Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Για μια στιγμή

7.30 το πρωί. Το ξυπνητήρι χτυπάει εκνευριστικά. Το σώμα μου αρνείται να υπακούσει,αλλά με τα πολλά σηκώνεται. Το μυαλό έχει αρχίσει να λειτουργεί, αλλά όχι για καλό. Σκέφτομαι τις χτεσινοβραδυνές σκέψεις. Οτι θέλω να σταματήσω χθες -αν γινόταν- τη δουλειά. Ότι το πρωί δεν βρίσω το λόγο να ξυπνήσω για να πάω στο γραφείο. Ότι η φάση της άσκησης παρατράβηξε και τίποτα καινούριο δεν έχω να περιμένω πια. Ότι πιέζομαι αφόρητα με όλο αυτό το φόρτο εργασίας και κάνω δικές μου ευθύνες των άλλων ενώ δε θα έπρεπε. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να διαβάζω ως αργά και να πηγαίνω στη δουλειά μισοκοιμισμένη, να κοιμάμαι το μεσημέρι για να μπορώ να αποδώσω στο διάβασμα και πάλι από την αρχή. Δεν είναι όμως κάτι που το αντέχω. Και σε καμία περίπτωση δε θέλω να σταματήσω τις σπουδές μου.
8.20 και πλησιάζω στο γραφείο. Δεν έχω όρεξη ούτε μουσική να ακούσω. Αγοράζω καφέ παγωμένο, σαν τον καιρό ένα πράγμα. Ανεβαίνω στο γραφειο. Νέκρα όπως πάντα. Εγώ κι άλλος ένας. Ακριβώς όπως πάντα...
9.10 φεύγω από το γραφείο για μια εξωτερική δουλειά. Ψοφάω να πάω να αγοράσω και ένα βιβλίο, αλλά αποφασίζω ότι δεν πρέπει να παω χωρίς να ρωτήσω πρώτα (ναι, ξέρω, μην το πείτε...)
9.40 πίσω στο γραφείο. Αρχίζω την αρχειοθέτηση. Αρχειοθέτηση- τηλέφωνα- απορίες- επιστολές- λάντζα. (και ωραίο φαγητάκι μιας και το στομάχι είχε φτάσει στην πλάτη)
3.20 τακτοποιώ το γραφείο μου. Με το που κλείνω την πόρτα, ακούω το τηλέφωνο να χτυπάει. Δεν πάω να το σηκώσω, έχω σχολάσει εδώ και 5 λεπτά. Μερικές φορές όταν κάθομαι παραπάνω για κάποια δουλειά και χτυπάει, το σηκώνω. Και ακούω την απορημένη φωνή: μα δεν έφυγες ακόμα? Παρ' όλα αυτά, το τηλέφωνο πάντα χτυπάει μετά το σχόλασμα.
4.00 είμαι ακόμα στο δρόμο. Αποφάσισα να κατέβω ως το Μοναστηράκι και να πάρω από εκεί συγκοινωνία. Νιώθω τα πόδια μου να πονάνε, αλλά οι χθεσινές σκέψεις έχουν καταχωνιαστεί κάπου βαθιά και έχει εμφανιστεί η στωική- αγωνιστική συννεφούλα (το πως συνυπάρχουν αυτά, άλλο θέμα).

Η ώρα έχει πάει 5.00 και έχω φτάσει σπίτι. Ανυπομονώ να χωθω στις πυζάμες μου και να μην κάνω τίποτα. Φλερτάρω μεταξύ ταβανοθεραπείας και χαζέματος, ανακουφισμένη που το σημερινό μάθημα αναβλήθηκε. Τελικά χαζεύω για ώρες στον υπολογιστή.

20.00 και κοιτάζω τα βιβλία στο γραφείο μου. Εχω μια εργασία να προετοιμάσω και ειδικά μετά από αυτά που μας είπαν θέλω να την κάνω τέλεια. Πελαγωνω με τη βιβλιογραφία, αλλά μετά από λίγη ώρα συγκεντρώνομαι και καταφέρνω να φτιάξω το σχεδιάγραμμα για να συναντηθώ με τον καθηγητή να μου πει τη γνώμη του.
....
....
....
Και ξαφνικά... κάπου μεταξύ εννιά και εννιάμισι το βράδυ, ψάχνω μανιωδώς βιβλία. Ξεφυλλίζω με προσοχή και με σβελτάδα, νιώθω τη μυρωδιά των βιβλίων, σημειώνω σελίδες σε πόστ ιτ. Ανοίγω την Ιστορία του Ελληνικού έθνους (θενξ μαμά και μπαμπά...) για να ψάξω για το Βυζάντιο, τα βιβλία που μου είχε χαρίσει το μουσείο κυκλαδικής τέχνης (ή Μπενάκη? τα μπερδεύω...) για τους ολυμπιακούς αγώνες και παράλληλα ψάχνω να βρω άρθρα για την απορρύθμιση στις εργασιακές σχέσεις. Δουλεύω για τις τρεις εργασίες ταυτόχρονα. Νιώθω τις γραμμές να αποτυπώνονται στο μυαλό μου. το πληκτρολόγιο παίρνει φωτιά.

Για ένα μισάωρο, ίσως και λιγότερο, σήμερα κατάλαβα γιατί δεν τα παρατάω. Γιατί μου αρέσει αυτό που κάνω. Γιατί δε με πειράζει και τόσο να περνάω εξεταστικές τελικά. Γιατί επιμένω παρόλο που δουλεύω να ασχολούμαι με δυο μεταπτυχιακά. Δυο χρόνια σχεδόν μετά το πτυχίο μου και έχοντας πίσω μου ένα χρόνο φουλ μαθημάτων και εργασιών, το είχα ξεχάσει, μέσα στην πίεση είχα χάσει αυτό το συναίσθημα. Επρεπε να ερθει αυτή η στιγμή, την Τρίτη, 8 Δεκέμβρη, 9 με 9.30 το βράδυ.

Το κυνήγι του βιβλίου. Της εικόνας. Οι βιβλιοθήκες. Η έρευνα. Ο χώρος. Οι γνώσεις. Το αποτέλεσμα.

Και τώρα, ας βάλουμε τις εργασίες σε μια σειρά... :)

1 σχόλιο:

Princess είπε...

Αν αγαπας αυτο που κανεις, βρισκεις παντα τον χρονο! Κι οταν βαριεσαι αυτο που κανεις, ο χρονος απλα κυλαει πολυ αργα, και σε αφηνει με ενα τεραστιο κενο στο τελος! Keep goin!