Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Κάπου στην Ασκληπιού

πέρασα εννέα από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Όχι πως τα άλλα δεν ήταν ή δε θα είναι καλά. Αλλά, να... είναι μια εποχή καθαρά διακριτή για εμένα και λόγω της σύμπτωσης της μετακόμισης (εγκατάστασης και αναχώρησης) με συγκεκριμένα σημεία της ζωής μου.
Ερχόμενη από επαρχία, με φιλοξένησε στην αρχή μια συγγενής και κάποια στιγμή τέλη Οκτώβρη ξεκίνησε η αναζήτηση. Μη φανταστείτε τίποτα τρελές καταδιώξεις, καρφωτοί πήγαμε. Είδαμε δυο σπίτια, ένα στην Ιπποκράτους που απορρίφθηκε, και αυτό στην Ασκληπιού.
Παλιά πολυκατοικία, με το που μπήκα στο διαμέρισμα με κέρδισε. Όμορφη διαρρύθμιση, ψηλά, με μπαλκόνι και φωτεινό. Τις καλές μέρες έβλεπα στο βάθος θάλασσα και τα καλοκαίρια ο ήλιος έδυε στο κενό που άφηναν οι απέναντι πολυκατοικίες.
Ήμουν έτοιμη να ζήσω :)
Θυμάμαι πολλά από τις πρώτες μέρες. Το σπαστό κρεβάτι, τη συναρμολόγηση του γραφείου, τα λιγοστά κατσαρολικά και πιάτα που μου είχαν φέρει οι γονείς μου. Το χαρτόκουτο που χρησιμοποιούσα για τραπέζι, το πώς ακουγόταν η φωνή μου στο μισοάδειο φρεσκοβαμμένο δυάρι που σιγά σιγά γέμιζε με πράγματα και γέλια και φωνές και απ' όλα.
Τα πάρτυ που κάναμε ακόμα τα συζητάμε. Με κρασί και κιθάρες. Η γειτονιά δεν πρέπει να ήταν πολύ ευχαριστημένη, γιατί μπορούσαμε να τραγουδάμε για ώρες, αν και ποτέ δε μας είχαν φέρει την αστυνομία. Μια φορά, ένα καλοκαίρι είδαμε δυο κοπέλες στο απέναντι μπαλκόνι που διάβαζαν και μερικοί από την παρέα αποφάσισαν να τους αφιερώσουν τραγούδια. Πολύ γέλιο! Αν σκεφτούμε ότι μεσολαβούσε ανάμεσά μας μια μικρή πλατειούλα και γκαρίζανε νυχτιάτικα.
Μια οικογένεια έναν Σεπτέμβρη αποφάσισε να αποκτήσει κόκορα (!), τον οποίο είχε στο μπαλκόνι και μου είχε σπάσει τα νεύρα. Κάθε εικοσάλεπτο κικιρίκου! Έφτασα να φαντασιώνομαι ότι τον μαγειρεύω με χυλοπίττες....
Και αν οι απέναντι ήταν μακριά, οι δίπλα ήταν πολύ κοντά. Όταν έβγαιναν στο μπαλκόνι και μιλούσαν, νόμιζες πως κάποιος είναι στο μπαλκόνι. Είχε πλάκα να ανταλλάσσουμε καλησπέρες όταν βγαίναμε στο μπαλκόνι για καφέ.


συνεχίζεται ...

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Ψωμί και τυρί

Παράξενο το Πάσχα αυτό...
Ήταν από τις μέρες που δεν ξέρεις αν θα έπρεπε να υπάρχουν ή όχι.
Όλα στριμωγμένα και βιαστικά, με μια αβεβαιότητα σχετικά με την αναχώρησή μου να πλανάται στον αέρα που σε συνδυασμό με την συσσωρευμένη δουλειά από πολλές απόψεις με είχε ήδη κουράσει. Τελικά τα κατάφερα... αναχώρησα, έχοντας μαζί μου την έφηβη πλέον βαφτιστήρα μου. Λίγο οι τύψεις που αρκετά χρόνια δεν της είχα αφιερώσει πολύ από το χρόνο μου, λίγο τα παρακάλια της, με έπεισαν. Σας το δηλώνω. Δύσκολη δουλειά τα πιτσιρίκια! Είχα τα μάτια μου δεκατέσσερα, μόλις γύρναγα λίγο τη μάζευα από μάντρες και από κεραμίδια. Αυτό δεν είναι παιδί, καταδρομέας είναι!
Ακολούθησα τους γονείς και φέτος γιατί είναι οικογενειακές μέρες, γιατί του χρόνου θα είναι αλλιώς, μα πάνω απ' όλα για τη γιαγιά που είναι στο χωριό. Κι αν δε μύριζε ακριβώς όπως στα μικράτα μου, δεν ένιωθα να έχουν αλλάξει πολλά....

Χριστός Ανέστη και χρόνια πολλά!

Πάσχα στο χωριό, οι μεγάλοι με θεωρούν παιδί και οι μικροί μεγάλη. Καμιά φορά γίνεται και το ανάποδο, με τραβάνε τα μικρά να παίξουμε. Τα έβαλα στη σειρά και τα πέντε, πέρασε η ώρα. Μετά, βουρ στο πλύσιμο των πιάτων με τη μητέρα μου, πρώτη φορά που είχαμε τόσο κόσμο στο σπίτι, τηλέφωνα συνεχώς για ευχές, και η μέρα έφθανε στο τέλος της.
Όλα έδειχναν ένα συνηθισμένο Πάσχα. Χαλαρότητα, κάτι ξεχασμένες μουσικές στα ραδιόφωνα, μια υποψία τσίκνας στην ατμόσφαιρα. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο, όχι όμως για ευχές...

Από τη μεριά του πατέρα μου έχουμε συγγενείς σε ένα χωριό (πέντε σπίτια, χωριό δεν το λες...) λίγο έξω από την πόλη μας. Θυμάμαι, πηγαίναμε εκεί τα σαββατοκύριακα για να παίξω, τις πρωτομαγιές για το στεφάνι, για να μάθω να κάνω ποδήλατο, για να μαζέψουμε τις ελιές, να βάλουμε λαχανόκηπο... Μπροστά στο παλιό το σπίτι κάναμε σχέδια με τον παππού για το συντριβάνι που θα φτιάχναμε (!) τρώγαμε μούσμουλα από τη γειτόνισσα και μαζεύαμε πασχαλίτσες με τον κολλητό μου. Εκεί, στα πέντε σπίτια έμενε η "θειά", πανταχού παρούσα, γελαστή και φιλόξενη. Μου θύμιζε τη γιαγιά μου, την άλλη, του χωριού.
Εκεί πήγαινα για ό,τι χρειαζόμουν και όταν μεγάλωσα για να τρέχω στα χωράφια και να κυλιέμαι στα χορτάρια πήγαινα να της κάνω παρέα.
Δε θα ξεχάσω το ψωμί και το τυρί.... Κάθε φορά που είχα λιώσει στο τρέξιμο και στα παιχνίδια, είτε με φώναζε είτε πήγαινα να ξεκουραστώ. Εκείνη με ρώταγε: πεινάς παιδί μου; Φυσικά και πεινούσα! έμπαινε λοιπόν μέσα στο σπίτι και ερχόταν πίσω με μια φετάρα ζυμωτό ψωμί και μια φέτα τυρί. Το πιο νόστιμο ψωμί και τυρί που έχω φάει ποτέ μου!
Ακόμα και όταν πέρναγαν τα χρόνια και έπαψε να ζυμώνει, πάλι, το ψωμοτύρι αυτό ήταν πεντανόστιμο...
Ακόμα και όταν μεγαλώσαμε κι οι δυο κι εγώ δεν πήγαινα στο χωριό για παιχνίδι, κι εκείνη είχε πάθει αλτσχάιμερ και δε με θυμόταν, ακόμα και τότε πήγαινε μέσα και μου έφερνε ένα λουκούμι "για να πιω ένα ποτήρι νερό".

Τη βρήκαν πεσμένη κάτω, ανήμερα το Πάσχα, οι γείτονες που πήγαν να της δώσουν κόκκινα αβγά και κουλούρια. Και κάπως έτσι, μας άφησε...

Το ξέρω, θα μπορούσε να συμβεί οποτεδήποτε. Όμως, τουλάχιστο τις γιορτινές μέρες, ας μην αφήνουμε μόνους τους ανθρώπους μας...

Καλό ταξίδι...